Νοητικές και πραγματικές διαδρομές στον χώρο της πίστης

Το ιστολόγιο του Ι. Ν. Αγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
Ο πίνακας της προμετωπίδας είναι του Χρήστου Μποκόρου

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Φιλοξενία του Αβραάμ - Η Αγία Τριάδα στην Ορθόδοξη Εικονογραφία


Με αφορμή τον εορτασμό του Ναού μας ας πούμε δυο λόγια για την θαυμάσια εικόνα που τιμούμε και προσκυνούμε στο ναό μας και σε όλους τους Ορθόδοξους Ναούς.  Είναι εκείνη που απεικονίζει την «Φιλοξενία του Αβραάμ». Το βιβλικό δηλαδή γεγονός που αναφέρεται στο Βιβλίο της Γενέσεως στο Κεφάλαιο 18.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας άλλη είδαν σε αυτό το γεγονός την προτύπωση της Αγίας Τριάδος, δηλαδή μια πρώτη αποκάλυψη της τριαδικότητας του Θεού με την μορφή των τριών ανδρών που επισκέφθηκαν τον Αβραάμ. Η συνήθεια να εικονίζονται τα τρία Αυτά πρόσωπα ως άγγελοι επικράτησε διότι στην συνέχεια του κειμένου πράγματι οι δύο από Αυτούς είναι οι άγγελοι που επισκέπτονται τα Σόδομα και τα Γόμορρα.

Αξίζει να παρατηρήσουμε στο Παλαιοδιαθηκικό κείμενο ότι ο Αβραάμ ευθύς μόλις βλέπει τους τρεις άνδρες τους προσκυνά ως Θεία πρόσωπα και τους αποκαλεί «Κύριε». 

Παραθέτουμε εδώ ολόκληρο το Κεφάλαιο στο πρωτότυπο ελληνικό κείμενο των Ο΄ και σε ερμηνευτική απόδοση στα νέα Ελληνικά καθώς επίσης και μια πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία για το αν απεικονίζεται ο Πατέρας του πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου την οποία μπορείτε να ακούσετε εδώ: 

http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/apories_kathxhtikou/apories_kathxhtikou_0790.mp3


Το κείμενο είναι από εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/ot/chapter.asp?bookΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 (ΙΗ)


Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα
Ερμηνευτική απόδοση
Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα
1 ΩΦΘΗ δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ, καθημένου αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ μεσημβρίας.
1 Εφανερώθηκε δε ο Θεός στον Αβραάμ, που ήτο κοντά εις την δρυν Μαμβρή και εκάθητο εις την θύραν της σκηνής του κατά τον Νοτον.
2 ἀναβλέψας δέ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε, καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες εἱστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ· καὶ ἰδὼν προσέδραμεν εἰς συνάντησιν αὐτοῖς ἀπὸ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν.
2 Εσήκωσε τα μάτια του ο Αβραάμ και είδεν αίφνης τρεις άνδρας ορθίους απέναντι του. Αμέσως ετρεξεν εις συνάντησίν των από την θύραν της σκηνής του, προσεκύνησεν αυτούς έως στο έδαφος.
3 καὶ εἶπε· κύριε, εἰ ἄρα εὗρον χάριν ἐναντίον σου, μὴ παρέλθῃς τὸν παῖδά σου·
3 Και ειπε· “Κυριε, εάν τυχόν ευρήκα χάριν ενώπιόν σου, σε παρακαλώ μη καταφρονήσης τον δούλον σου·
4 ληφθήτω δὴ ὕδωρ, καὶ νιψάτωσαν τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ καταψύξατε ὑπὸ τὸ δένδρον·
4 ας μου επιτροπή, λοιπόν, να φέρω νερό και οι δούλοί μου να νίψουν τους πόδας σας, και να δροσισθήτε κάτω από το δένδρον.
5 καὶ λήψομαι ἄρτον, καὶ φάγεσθε, καὶ μετὰ τοῦτο παρελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν, οὗ ἕνεκεν ἐξεκλίνατε πρὸς τὸν παῖδα ὑμῶν. καὶ εἶπαν· οὕτω ποίησον, καθὼς εἴρηκας.
5 Εγώ δε θα ετοιμάσω και θα σας φέρω φαγητόν, δια να φάγετε, έπειτα δε θα συνεχίσετε τον δρόμον σας, από τον οποίον παρεξεκλίνατε έως εμέ, τον δούλον σας, δια να μου κάμετε την τιμήν να σας περιποιηθώ”. Εκείνοι δε είπαν· “κάμε όπως είπες”.
6 καὶ ἔσπευσεν ῾Αβραὰμ ἐπὶ τὴν σκηνὴν πρὸς Σάρραν καὶ εἶπεν αὐτῇ· σπεῦσον καὶ φύρασον τρία μέτρα σεμιδάλεως καὶ ποίησον ἐγκρυφίας.
6 Ετρεξεν ο Αβραάμ εις την σκηνήν, όπου ευρίσκετο η Σαρρα και της είπε· “τρέξε και ζύμωσε τρία μέτρα σιμιγδάλι και κάμε το λαγάνες εις την φωτιά”.
7 καὶ εἰς τὰς βόας ἔδραμεν ῾Αβραὰμ καὶ ἔλαβεν ἁπαλὸν μοσχάριον καὶ καλὸν καὶ ἔδωκε τῷ παιδί, καὶ ἐτάχυνε τοῦ ποιῆσαι αὐτό.
7 Ετρεξε δε εκεί, που έβοσκαν τα βόδια του, επήρε τρυφερό και παχύ μοσχάρι και το έδωσεν στον υπηρέτην, ο οποίος έσπευσε να το ετοιμάση.
8 ἔλαβε δὲ βούτυρον, καὶ γάλα, καὶ τὸ μοσχάριον ὃ ἐποίησε, καὶ παρέθηκεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον· αὐτὸς δὲ παρειστήκει αὐτοῖς ὑπὸ τὸ δένδρον.
8 Επειτα από ολίγην ώραν έλαβεν ο Αβραάμ βούτυρον και γάλα και το μοσχάρι, το οποίον έψησεν ο υπηρέτης, παρέθεσεν αυτά στους ξένους και έφαγον. Αυτός δε εστέκετο όρθιος πλησίον αυτών κάτω από το δένδρον.
9 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτόν· ποῦ Σάρρα ἡ γυνή σου; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἰδοὺ ἐν τῇ σκηνῇ.
9 Είπε δε προς αυτόν ένας από τους φιλοξενουμένους· “που είναι η γυναίκα σου η Σαρρα;” Ο δε Αβραάμ απεκρίθη· “ιδού ευρίσκεται εις την σκηνήν”.
10 εἶπε δέ· ἐπαναστρέφων ἥξω πρὸς σὲ κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον εἰς ὥρας, καὶ ἕξει υἱὸν Σάρρα ἡ γυνή σου. Σάρρα δὲ ἤκουσε πρὸς τῇ θύρᾳ τῆς σκηνῆς, οὖσα ὄπισθεν αὐτοῦ.
10 Είπε δε ο ξένος αυτός προς τον Αβραμ· “όταν το επόμενον έτος κατά την εποχήν αυτήν επιστρέφων έλθω προς σέ, η Σαρρα, η σύζυγός σου, θα έχη τέκνον”. Η δε Σαρρα, ευρισκομένη εις την θύραν της σκηνής πίσω από τον Αβραάμ ήκουσε τα λόγια αυτά του ξένου.
11 ῾Αβραὰμ δὲ καὶ Σάρρα πρεσβύτεροι προβεβηκότες ἡμερῶν, ἐξέλιπε δὲ τῇ Σάρρᾳ γίνεσθαι ταὰ γυναικεῖα.
11 Ο Αβραάμ και η Σαρρα ήσαν γέροντες, προχωρημένοι εις τα χρόνια, εις δε την Σαρραν έπαυσαν πλέον να υπάρχουν τα συμπτώματα της γονιμότητας.
12 ἐγέλασε δὲ Σάρρα ἐν ἑαυτῇ, λέγουσα· οὔπω μέν μοι γέγονεν ἕως τοῦ νῦν, ὁ δὲ κύριός μου πρεσβύτερος.
12 Εγέλασε δε η Σαρρα από μέσα της λέγουσα· “μέχρι σήμερα δεν απέκτησα υιόν και θα αποκτήσω τώρα ! Αλλωστε ο σύζυγός μου είναι γέρων”.
13 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς ῾Αβραάμ· τί ὅτι ἐγέλασε Σάρρα ἐν ἑαυτῇ, λέγουσα· ἆρά γε ἀληθῶς τέξομαι; ἐγὼ δὲ γεγήρακα.
13 Είπε δε προς τον Αβραάμ ο ξένος εκείνος, ο οποίος ήτο ο Θεός· “διατί εγέλασεν η Σαρρα από μέσα της λέγουσα· Θα γεννήσω πράγματι παιδί; Εγώ έχω πλέον γηράσειν !
14 μὴ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ ρῆμα; εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον ἀναστρέψω πρὸς σὲ εἰς ὥρας· καὶ ἔσται τῇ Σάρρᾳ υἱός.
14 Μηπως υπάρχει τίποτε αδύνατον δια τον Θεόν; Λοιπόν, το επόμενον έτος και κατά την εποχήν αυτήν θα επιστρέψω εις σέ· και η Σαρρα θα έχη παιδί”.
15 ἠρνήσατο δὲ Σάρρα λέγουσα· οὐκ ἐγέλασα· ἐφοβήθη γάρ. καὶ εἶπεν αὐτῇ· οὐχί, ἀλλὰ ἐγέλασας.
15 Η δε Σαρρα, επειδή εφοβήθη, ηρνήθη λέγουσα· “δεν εγέλασα”. Είπεν όμως προς αυτήν ο Κυριος· “όχι ! εγέλασες”.
16 ᾿Εξαναστάντες δὲ ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες κατέβλεψαν ἐπὶ πρόσωπον Σοδόμων καὶ Γομόρρας. ῾Αβραὰμ δὲ συνεπορεύετο μετ᾿ αὐτῶν συμπροπέμπων αὐτούς.
16 Οι φιλοξενούμενοι τρεις άνδρες ηγέρθησαν από το τραπέζι, έστρεψαν το πρόσωπόν των προς τα Σοδομα και τα Γομορρα και επορεύοντο προς αυτά. Μαζή δε με αυτούς και προπέμπων αυτούς επορεύετο και ο Αβραάμ.
17 ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ ῾Αβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ ἐγὼ ποιῶ.
17 Είπε δε τότε ο Κυριος· “δεν θα κρύψω εγώ από τον Αβραάμ, τον δούλον μου, αυτά, τα οποία θα κάμω.
18 ῾Αβραὰμ δὲ γινόμενος ἔσται εἰς ἔθνος μέγα καὶ πολύ, καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς.
18 Ο Αβραάμ θα αναδειχθή γενάρχης, πατριάρχης μεγάλου και ισχυρού έθνους και δι' αυτού θα λάβουν τας θείας ευλογίας όλοι οι λαοί της γης.
19 ᾔδειν γὰρ ὅτι συντάξει τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ καὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ μετ᾿ αὐτόν, καὶ φυλάξουσι τὰς ὁδοὺς Κυρίου ποιεῖν δικαιοσύνην καὶ κρίσιν, ὅπως ἂν ἐπαγάγῃ Κύριος ἐπὶ ῾Αβραὰμ πάντα, ὅσα ἐλάλησε πρὸς αὐτόν.
19 Διότι εγώ εγνώριζον απ' αρχής ότι ο πιστός και ενάρετος Αβραάμ θα διδάξη τα τέκνα του, εφ' όσον ζη, και δι' αυτών τους απογόνους του που θα γεννηθούν υστέρα απ' αυτόν, να τηρούν τας εντολάς του Κυρίου, ώστε να ζουν δικαιοσύνην και να εφαρμόζουν δικαίαν κρίσιν, δια να αποστείλη ο Κυριος στον Αβραάμ και τους απογόνους αυτού όλα όσα του έχει υποσχεθή”.
20 εἶπε δὲ Κύριος· κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα.
20 Είπε δε εν συνεχεία ο Κυριος· “κραυγαί πολλαί από τα Σοδομα και την Γομόρραν ανέρχονται προς εμέ· αι αμαρτίαι των είναι πάρα πολύ μεγάλαι.
21 καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῶ.
21 Θα καταβώ, λοιπόν, εκεί, δια να ίδω, εάν πράγματι αι αμαρτίαι των είναι όπως αι κραυγαί που ανέρχονται προς εμέ η όχι. Οπωσδήποτε θέλω να μάθω”!
22 καὶ ἀποστρέψαντες ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες ἦλθον εἰς Σόδομα. ῾Αβραὰμ δὲ ἔτι ἦν ἑστηκὼς ἐναντίον Κυρίου.
22 Δυο δε από τους ξένους αυτούς άνδρας ανεχώρησαν από εκεί και ήλθαν εις τα Σοδομα. Ο Αβραάμ ήτο όρθιος εκεί πλησίον του Κυρίου.
23 καὶ ἐγγίσας ῾Αβραὰμ εἶπε· μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής;
23 Επλησίασε τον Κυριον και του είπε· “θα κατάστρεψης τάχα τον δίκαιον μαζή με τον ασεβή και θα είναι ο δίκαιος εις την αυτήν θέσιν, όπως και ο ασεβής;
24 ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολεῖς αὐτούς; οὐκ ἀνήσεις πάντα τὸν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ;
24 Εάν ευρίσκωνται πενήντα δίκαιοι εις την πόλιν αυτήν, θα καταστρέψης και αυτούς μαζή με τους πονηρούς; Δεν θα αφήσης άθικτον όλην την πόλιν ένεκα των πεντήκοντα αυτών δικαίων, οι οποίοι θα ευρίσκωνται εις αυτήν;
25 μηδαμῶς σὺ ποιήσεις ὡς τὸ ρῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής. μηδαμῶς· ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν;
25 Ποτέ συ ο δίκαιος Θεός δεν θα κάμης κάτι τέτοιο, να φονεύσης δηλαδή τον δίκαιον μαζή με τον ασεβή, ώστε να έχη ο δίκαιος την αυτήν τύχην με τον ασεβή. Ποτέ δεν θα κάμης κάτι τέτοιο. Λοιπόν, συ ο δίκαιος κριτής όλης της οικουμένης δεν θα κάμης και εις την περίστασιν αυτήν δικαίαν κρίσιν;”
26 εἶπε δὲ Κύριος· ἐὰν ὦσιν ἐν Σοδόμοις πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀφήσω ὅλην τὴν πόλιν καὶ πάντα τὸν τόπον δι᾿ αὐτούς.
26 Απήντησεν ο Κυριος· “εάν υπάρχουν εις την πόλιν των Σοδόμων πενήντα δίκαιοι, εγώ χάριν αυτών θα αφήσω άθικτον όλην την πόλιν και την περιοχήν αυτής”.
27 καὶ ἀποκριθεὶς ῾Αβραὰμ εἶπε· νῦν ἠρξάμην λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριόν μου, ἐγὼ δέ εἰμι γῆ καὶ σποδός·
27 Λαβών τον λόγον και πάλιν ο Αβραάμ είπε· “έχω ήδη αρχίσει να ομιλώ προς τον Κυριον, αν και εγώ είμαι χώμα και στάκτη. Επίτρεψέ μου να ερωτήσω και πάλιν.
28 ἐὰν δὲ ἐλαττονωθῶσιν οἱ πεντήκοντα δίκαιοι εἰς τεσσαρακονταπέντε, ἀπολεῖς ἕνεκεν τῶν πέντε πᾶσαν τὴν πόλιν; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ τεσσσαρακονταπέντε.
28 Εάν ελαττωθούν οι πενήντα δίκαιοι εις σαράντα πέντε, ένεκα των πέντε δικαίων που θα λείπουν, θα καταστρέψης την πόλιν;” Και είπεν ο Θεός· “δεν θα την καταστρέψω, εάν εύρω εκεί σαράντα πέντε δικαίους”.
29 καὶ προσέθηκεν ἔτι λαλῆσαι πρὸς αὐτόν, καὶ εἶπεν· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τεσσαράκοντα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν τεσσαράκοντα.
29 Ετόλμησεν ο Αβραάμ να ομιλήση ακόμη προς τον Θεόν και είπε· “εάν ευρεθούν εκεί σαράντα διικαιοι, θα καταστρέψης την πόλιν;” Απήντησεν ο Θεός· “δεν θα την καταστρέψω ένεκα των τεσισαράκοντα δικαίων”.
30 καὶ εἶπε· μή τι κύριε, ἐὰν λαλήσω; ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τριάκοντα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν τριάκοντα.
30 Είπεν ακόμη ο Αβραάμ· “μήπως, Κυριε, θα οργισθής, εάν και πάλιν ομιλήσω; Εάν ευρεθούν εκεί τριάκοντα δίκαιοι;” Και είπεν ο Θεός· “προς χάριν αυτών των τριάκοντα δεν θα καταστρέψω την πόλιν”.
31 καὶ εἶπεν· ἐπειδὴ ἔχω λαλῆσαι πρὸς τὸν κύριον· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ εἴκοσι; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ εἴκοσι.
31 Είπε πάλιν ο Αβραάμ· “Ας με συγχωρήσα ο Κυριος επειδή έχω ακόμη κάτι να ερωτήσω αυτόν. Εάν ευρεθούν εκεί είκοσι;” Και είπεν ο Θεός· “Και είκοσι εάν εύρω εκεί, δεν θα καταστρέψω την πόλιν”.
32 καὶ εἶπε· μήτι κύριε, ἐὰν λαλήσω ἔτι ἅπαξ· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ δέκα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν δέκα.
32 Είπε δε ο Αβραάμ· “Μηπως Κυριε, θα οργισθής εναντίον μου εάν υποβάλω μίαν ακόμη ερώτησιν; Εάν ευρεθούν εκεί δέκα;” Απήντησεν ο Θεός· “δεν θα καταστρέψω την πόλιν προς χάριν αυτών των δέκα”.
33 ἀπῆλθε δὲ ὁ Κύριος, ὡς ἐπαύσατο λαλῶν τῷ ῾Αβραάμ, καὶ ῾Αβραὰμ ἀπέστρεψεν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.
33 Οταν δε έπαυσε πλέον να ομιλή ο Αβραάμ, ανεχώρησεν ο Θεός· και ο Αβραάμ επανήλθεν στον τόπον του.


Δεν υπάρχουν σχόλια: